Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
despellejar
01
γδέρνω, ξεφλουδίζω
quitar la piel a un animal o a un pescado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
despellejo
γ΄ ενικό πρόσωπο
despelleja
ενεστώτα μετοχή
despellejando
απλός αόριστος
despellejó
παθητική μετοχή
despellejado
Παραδείγματα
El cazador despellejó al conejo con mucho cuidado.
Ο κυνηγός ξετσίπωσε το κουνέλι με πολλή προσοχή.



























