Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
despejado
01
καθαρός, αίθριος
que no tiene nubes ni obstáculos
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más despejado
συγκριτικός βαθμός
más despejado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
despejado
αρσενικό πληθυντικό
despejados
θηλυκό ενικό
despejada
θηλυκό πληθυντικό
despejadas
Παραδείγματα
La vista es mejor cuando el aire está despejado.
Η θέα είναι καλύτερη όταν ο αέρας είναι καθαρός.
02
ξεκάθαρος, σαφής
que está atento, consciente y con la mente clara
Παραδείγματα
Después de meditar, me siento despejado y tranquilo.
Μετά το διαλογισμό, νιώθω ξεκάθαρος και ήρεμος.
03
ανοιχτός, καθαρός
que no tiene obstáculos
Παραδείγματα
Mantén el pasillo despejado para evitar accidentes.
Κρατήστε το διάδρομο καθαρό για να αποφύγετε ατυχήματα.
04
έξυπνος, ευφυής
que entiende las cosas fácilmente
Παραδείγματα
Ser despejado te ayuda a tomar decisiones inteligentes.
Το να είσαι έξυπνος σε βοηθά να παίρνεις έξυπνες αποφάσεις.



























