Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
despellejar
01
γδέρνω, ξεφλουδίζω
quitar la piel a un animal o a un pescado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
despellejo
γ΄ ενικό πρόσωπο
despelleja
ενεστώτα μετοχή
despellejando
απλός αόριστος
despellejó
παθητική μετοχή
despellejado
Παραδείγματα
Los niños ayudaron a despellejar las nueces para el pastel.
Τα παιδιά βοήθησαν να ξεφλουδίσουν τα καρύδια για το κέικ.



























