Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
variado
01
ποικίλος, διαφορετικός
que tiene diversidad o diferentes tipos o elementos
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mas variado
συγκριτικός βαθμός
mas variado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
variado
αρσενικό πληθυντικό
variados
θηλυκό ενικό
variada
θηλυκό πληθυντικό
variadas
Παραδείγματα
La clase incluye actividades variadas.
Η τάξη περιλαμβάνει ποικίλες δραστηριότητες.



























