variado
Pronunciation
/baɾjˈaðo/

Ορισμός και σημασία του "variado"στα ισπανικά

01

ποικίλος, διαφορετικός

que tiene diversidad o diferentes tipos o elementos
variado definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mas variado
συγκριτικός βαθμός
mas variado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
variado
αρσενικό πληθυντικό
variados
θηλυκό ενικό
variada
θηλυκό πληθυντικό
variadas
Παραδείγματα
La clase incluye actividades variadas.
Η τάξη περιλαμβάνει ποικίλες δραστηριότητες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store