Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La varicela
[gender: feminine]
01
ανεμοβλογιά
enfermedad viral contagiosa que causa erupciones en la piel
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La erupción de varicela dura varios días.
Το εξάνθημα της ανεμοβλογιάς διαρκεί αρκετές ημέρες.



























