variar
Pronunciation
/baɾjˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "variar"στα ισπανικά

variar
01

ποικίλλω, αλλάζω

cambiar algo, hacer que sea diferente o alterarlo en cierta medida
variar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
varío
γ΄ ενικό πρόσωπο
varía
ενεστώτα μετοχή
variando
απλός αόριστος
varié
παθητική μετοχή
variado
Παραδείγματα
Varían los métodos según las necesidades del estudiante.
Οι μέθοδοι διαφέρουν ανάλογα με τις ανάγκες του μαθητή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store