Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
variar
01
ποικίλλω, αλλάζω
cambiar algo, hacer que sea diferente o alterarlo en cierta medida
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
varío
γ΄ ενικό πρόσωπο
varía
ενεστώτα μετοχή
variando
απλός αόριστος
varié
παθητική μετοχή
variado
Παραδείγματα
Los precios pueden variar según la temporada.
Οι τιμές μπορεί να διαφέρουν ανάλογα με την εποχή.



























