variar
var
ˈbaɾ
bar
iar
jaɾ
yar
vaciar

Ορισμός και σημασία του "variar"στα ισπανικά

variar
01

ποικίλλω, αλλάζω

cambiar algo, hacer que sea diferente o alterarlo en cierta medida 
variar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
varío
γ΄ ενικό πρόσωπο
varía
ενεστώτα μετοχή
variando
απλός αόριστος
varié
παθητική μετοχή
variado
Παραδείγματα
Los precios pueden variar según la temporada. 

Οι τιμές μπορεί να διαφέρουν ανάλογα με την εποχή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store