variado
var
baɾ
bar
ia
ˈja
ya
do
ðo
dho
cargadopareadotornadosentado

Ορισμός και σημασία του "variado"στα ισπανικά

01

ποικίλος, διαφορετικός

que tiene diversidad o diferentes tipos o elementos 
variado definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mas variado
συγκριτικός βαθμός
mas variado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
variado
αρσενικό πληθυντικό
variados
θηλυκό ενικό
variada
θηλυκό πληθυντικό
variadas
Παραδείγματα
El menú es variado y equilibrado. 

Το μενού είναι ποικίλο και ισορροπημένο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store