Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
desnutrido
01
υποσιτισμένος, ατροφικός
que no recibe suficiente alimento y presenta signos de desnutrición
Παραδείγματα
El informe hablaba de personas desnutridas en la región.
Η έκθεση μιλούσε για υποσιτισμένους ανθρώπους στην περιοχή.



























