Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
desnutrido
01
υποσιτισμένος, ατροφικός
que no recibe suficiente alimento y presenta signos de desnutrición
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más desnutrido
συγκριτικός βαθμός
más desnutrido
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
desnutrido
αρσενικό πληθυντικό
desnutridos
θηλυκό ενικό
desnutrida
θηλυκό πληθυντικό
desnutridas
Παραδείγματα
El informe hablaba de personas desnutridas en la región.
Η έκθεση μιλούσε για υποσιτισμένους ανθρώπους στην περιοχή.



























