Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
exhilarado
01
ενθουσιασμένος, ευφορικός
que se siente muy alegre, animado o lleno de energía positiva
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más exhilarado
συγκριτικός βαθμός
más exhilarado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
exhilarado
αρσενικό πληθυντικό
exhilarados
θηλυκό ενικό
exhilarada
θηλυκό πληθυντικό
exhilaradas
Παραδείγματα
Me sentí exhilarado por la atmósfera festiva del evento.
Αισθάνθηκα ενθουσιασμένος από την εορταστική ατμόσφαιρα της εκδήλωσης.



























