Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
enfurruñar
01
σουφρώνω
ponerse de mal humor, callado y retraído, generalmente por un enfado o descontento
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
enfurruño
γ΄ ενικό πρόσωπο
enfurruña
ενεστώτα μετοχή
enfurruñando
απλός αόριστος
enfurruñó
παθητική μετοχή
enfurruñado
Παραδείγματα
Es mejor hablar de los problemas que enfurruñarse en silencio.
Είναι καλύτερα να μιλάμε για τα προβλήματα παρά να μουτρώνουμε σιωπηλά.



























