enfurruñar
en
ˌɛm
em
fu
fu
foo
rru
ru
roo
ñar
ˈɲaɾ
niar
extraditarreutilizarsentenciarsolucionar

Ορισμός και σημασία του "enfurruñar"στα ισπανικά

enfurruñar
01

σουφρώνω

ponerse de mal humor, callado y retraído, generalmente por un enfado o descontento 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
enfurruño
γ΄ ενικό πρόσωπο
enfurruña
ενεστώτα μετοχή
enfurruñando
απλός αόριστος
enfurruñó
παθητική μετοχή
enfurruñado
Παραδείγματα
El niño se enfurruñó porque no le compraron el juguete. 

Το παιδί σούφρωσε γιατί δεν του αγόρασαν το παιχνίδι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store