Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
validar
01
επικυρώνω, επιβεβαιώνω
confirmar o dar validez oficial a algo, como un documento, un resultado o un sentimiento
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
valido
γ΄ ενικό πρόσωπο
valida
ενεστώτα μετοχή
validando
απλός αόριστος
validó
παθητική μετοχή
validado
Παραδείγματα
Debes validar tu boleto en la máquina.
Πρέπει να επικυρώσετε το εισιτήριό σας στο μηχάνημα.



























