Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La valentía
01
θάρρος, ανδρεία
cualidad de actuar con valor ante el peligro o dificultad
Παραδείγματα
Actuó con valentía durante la tormenta.
Ενεργούσε με θάρρος κατά τη διάρκεια της καταιγίδας.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
θάρρος, ανδρεία