valiente
val
ˈbal
bal
ien
jen
yen
te
te
te
salienteoponentepacientetangente

Ορισμός και σημασία του "valiente"στα ισπανικά

01

θαρραλέος

que tiene coraje y no teme al peligro 
valiente definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más valiente
συγκριτικός βαθμός
más valiente
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
valiente
αρσενικό πληθυντικό
valientes
θηλυκό ενικό
valiente
θηλυκό πληθυντικό
valientes
Παραδείγματα
courageous 

Γενναίος

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store