Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dictaminar
01
εκδίδω απόφαση, ανακοινώνω ετυμηγορία
emitir un fallo, una sentencia o una decisión oficial, especialmente como juez, tribunal o perito
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
dictamino
γ΄ ενικό πρόσωπο
dictamina
ενεστώτα μετοχή
dictaminando
απλός αόριστος
dictaminó
παθητική μετοχή
dictaminado
Παραδείγματα
El juez debe dictaminar sobre la admisibilidad de la prueba.
Ο δικαστής πρέπει να αποφασίσει για την παραδεκτότητα της απόδειξης.



























