Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dichoso
01
ευτυχισμένος, ευχαριστημένος
que se siente alegre o contento
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más dichoso
συγκριτικός βαθμός
más dichoso
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
dichoso
αρσενικό πληθυντικό
dichosos
θηλυκό ενικό
dichosa
θηλυκό πληθυντικό
dichosas
Παραδείγματα
Me siento dichoso de estar con mi familia.
Αισθάνομαι ευτυχισμένος που είμαι με την οικογένειά μου.
02
τυχερός, ευλογημένος
que tiene buena suerte o fortuna, se considera afortunado
Παραδείγματα
Me siento dichoso de haber encontrado este trabajo.
Νιώθω τυχερός που βρήκα αυτή τη δουλειά.



























