Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dichoso
01
ευτυχισμένος, ευχαριστημένος
que se siente alegre o contento
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más dichoso
συγκριτικός βαθμός
más dichoso
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
dichoso
αρσενικό πληθυντικό
dichosos
θηλυκό ενικό
dichosa
θηλυκό πληθυντικό
dichosas
Παραδείγματα
Nos sentimos dichosos al ver la puesta de sol.
Αισθανόμαστε ευτυχισμένοι βλέποντας το ηλιοβασίλεμα.
02
τυχερός, ευλογημένος
que tiene buena suerte o fortuna, se considera afortunado
Παραδείγματα
Me siento dichoso de tener amigos tan leales.
Αισθάνομαι τυχερός που έχω τόσο πιστούς φίλους.



























