el rehén
rehén
reɛn
reen
arcénquiénsaténbadén

Ορισμός και σημασία του "rehén"στα ισπανικά

01

όμηρος, πρόσωπο που κρατείται ως εγγύηση

una persona retenida como garantía para exigir algo 
el rehén definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
rehenes
Παραδείγματα
Los terroristas tomaron diez rehenes dentro del banco. 

Οι τρομοκράτες πήραν δέκα ομήρους μέσα στην τράπεζα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store