Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El rehén
01
όμηρος, πρόσωπο που κρατείται ως εγγύηση
una persona retenida como garantía para exigir algo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
rehenes
Παραδείγματα
Los terroristas tomaron diez rehenes dentro del banco.
Οι τρομοκράτες πήραν δέκα ομήρους μέσα στην τράπεζα.



























