la plazuela
plaz
ˈplaθ
plath
ue
we
ve
la
la
la
zarzuelatachuelavaricelaarandela

Ορισμός και σημασία του "plazuela"στα ισπανικά

01

μικρή πλατεία, μικρή αυλή

una pequeña plaza o espacio abierto en una zona residencial, a menudo sin salida 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
plazuelas
Παραδείγματα
Los niños juegan a la pelota en la plazuela al final de la calle. 

Τα παιδιά παίζουν μπάλα στην μικρή πλατεία στο τέλος του δρόμου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store