el plinto
plin
ˈplin
plin
to
to
to
quintorecintoextintodistinto

Ορισμός και σημασία του "plinto"στα ισπανικά

01

πλίνθος, βάση

la pieza cuadrada en la base de una columna que la separa del suelo 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
plintos
Παραδείγματα
El plinto de mármol elevaba la columna del pavimento. 

Η βάση από μάρμαρο ανύψωνε την κολόνα από το πεζοδρόμιο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store