Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La plaza
01
πλατεία
lugar amplio y abierto en una ciudad, rodeado de edificios, donde la gente se reúne
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
plazas
Παραδείγματα
La plaza está llena de gente.
Η πλατεία είναι γεμάτη κόσμο.
02
θέση, εργασία
puesto de trabajo disponible o ocupado dentro de una organización
Παραδείγματα
Hay una plaza vacante en la empresa.
Υπάρχει μια κενή θέση στην εταιρεία.
Λεξικό Δέντρο
biplaza
plaza



























