Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La plazuela
01
μικρή πλατεία, μικρή αυλή
una pequeña plaza o espacio abierto en una zona residencial, a menudo sin salida
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
plazuelas
Παραδείγματα
Vivimos en una plazuela tranquila, alejada del ruido del tráfico.
Ζούμε σε μια ήσυχη μικρή πλατεία, μακριά από τον θόρυβο της κυκλοφορίας.



























