pleno
ple
ˈple
ple
no
no
no
plano

Ορισμός και σημασία του "pleno"στα ισπανικά

01

que es completo y no carece de ninguna parte esencial , -

γραμματικές πληροφορίες
αρσενικό πληθυντικό
plenos
θηλυκό ενικό
plena
θηλυκό πληθυντικό
plenas
Παραδείγματα
Tiene plena confianza en su equipo. 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store