Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El surtidor de combustible
01
αντλία βενζίνης, διανομέας καυσίμου
la máquina en una gasolinera que distribuye combustible a los vehículos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
surtidores de combustible
Παραδείγματα
El surtidor de combustible número tres está fuera de servicio.
Η αντλία καυσίμου νούμερο τρία είναι εκτός λειτουργίας.



























