Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
surrealista
01
σουρεαλιστικός, ονειρικός
que tiene elementos extraños, fantásticos o ilógicos, como en los sueños
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más surrealista
συγκριτικός βαθμός
más surrealista
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
surrealista
αρσενικό πληθυντικό
surrealistas
θηλυκό ενικό
surrealista
θηλυκό πληθυντικό
surrealistas
Παραδείγματα
La película tenía un estilo surrealista.
Η ταινία είχε σουρεαλιστικό στυλ.



























