Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
suscitar
01
προκαλώ, εγείρω
provocar o generar una reacción, sentimiento, duda o interés
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
suscito
γ΄ ενικό πρόσωπο
suscita
ενεστώτα μετοχή
suscitando
απλός αόριστος
suscitó
παθητική μετοχή
suscitado
Παραδείγματα
El caso suscitó dudas entre los expertos.
Η υπόθεση προκάλεσε αμφιβολίες μεταξύ των ειδικών.



























