Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
suscribir
[past form: suscribí][present form: suscribo]
01
εγγραφώ, εγγράφομαι
inscribirse para recibir regularmente un servicio, publicación o producto
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
suscribo
γ΄ ενικό πρόσωπο
suscribe
ενεστώτα μετοχή
suscribiendo
απλός αόριστος
suscribí
παθητική μετοχή
suscrito,suscripto
Παραδείγματα
Si te suscribes, recibirás descuentos especiales.
Αν εγγραφείτε, θα λάβετε ειδικές εκπτώσεις.



























