Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
suscribir
01
εγγραφώ, εγγράφομαι
inscribirse para recibir regularmente un servicio, publicación o producto
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
suscribo
γ΄ ενικό πρόσωπο
suscribe
ενεστώτα μετοχή
suscribiendo
απλός αόριστος
suscribí
παθητική μετοχή
suscrito,suscripto
Παραδείγματα
Me suscribí a una revista de cocina.
Εγγράφηκα σε ένα περιοδικό μαγειρικής.



























