suscribir
susc
susk
σουσκ
ri
ɾi
ρι
bir
ˈβiɾ
βιρ
confundirconvertirinfringirextinguir

Ορισμός και σημασία του "suscribir"στα ισπανικά

suscribir
01

εγγραφώ, εγγράφομαι

inscribirse para recibir regularmente un servicio, publicación o producto 
suscribir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
suscribo
γ΄ ενικό πρόσωπο
suscribe
ενεστώτα μετοχή
suscribiendo
απλός αόριστος
suscribí
παθητική μετοχή
suscrito,suscripto
Παραδείγματα
Me suscribí a una revista de cocina. 

Εγγράφηκα σε ένα περιοδικό μαγειρικής.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store