suscitar
Pronunciation
/sˌusθitˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "suscitar"στα ισπανικά

suscitar
01

προκαλώ, εγείρω

provocar o generar una reacción, sentimiento, duda o interés 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
suscito
γ΄ ενικό πρόσωπο
suscita
ενεστώτα μετοχή
suscitando
απλός αόριστος
suscitó
παθητική μετοχή
suscitado
Παραδείγματα
El debate suscitó muchas opiniones. 

Η συζήτηση προκάλεσε πολλές απόψεις.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store