Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El repartidor de cartas
01
διανομέας καρτών, κρουπιέ
la persona que reparte las cartas en un juego, especialmente en un casino o mesa formal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
repartidores de cartas
Παραδείγματα
El repartidor de cartas barajó el mazo con habilidad.
Ο κουπιέρ ανακάτεψε την τράπουλα με επιδεξιότητα.



























