Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
palear
01
φτυάρω, μετακινώ με φτυάρι
mover o levantar tierra, nieve u otro material con una pala
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
paleo
γ΄ ενικό πρόσωπο
palea
ενεστώτα μετοχή
paleando
απλός αόριστος
paleó
παθητική μετοχή
paleado
Παραδείγματα
El niño intentaba palear con una pala demasiado grande para él.
Το παιδί προσπαθούσε να σκαλίζει με ένα φτυάρι πολύ μεγάλο για αυτό.



























