palidecer
Pronunciation
/pˌaliðeθˈɛɾ/

Ορισμός και σημασία του "palidecer"στα ισπανικά

palidecer
01

χλομιάζω, ωχριώ

ponerse pálido generalmente por miedo sorpresa enfermedad o preocupación
palidecer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
palidezco
γ΄ ενικό πρόσωπο
palidece
ενεστώτα μετοχή
palideciendo
απλός αόριστος
palideció
παθητική μετοχή
palidecido
Παραδείγματα
La niña palideció al perder a su mascota.
Το κορίτσι χλώμιασε όταν έχασε το κατοικίδιό του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store