Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
palidecer
01
χλομιάζω, ωχριώ
ponerse pálido generalmente por miedo sorpresa enfermedad o preocupación
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
palidezco
γ΄ ενικό πρόσωπο
palidece
ενεστώτα μετοχή
palideciendo
απλός αόριστος
palideció
παθητική μετοχή
palidecido
Παραδείγματα
La niña palideció al perder a su mascota.
Το κορίτσι χλώμιασε όταν έχασε το κατοικίδιό του.



























