palidecer
pa
ˌpa
pa
li
li
li
de
ðe
dhe
cer
ˈθɛɾ
ther
cualquierpretenderbulldozerarremeter

Ορισμός και σημασία του "palidecer"στα ισπανικά

palidecer
01

χλομιάζω, ωχριώ

ponerse pálido generalmente por miedo sorpresa enfermedad o preocupación 
palidecer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
palidezco
γ΄ ενικό πρόσωπο
palidece
ενεστώτα μετοχή
palideciendo
απλός αόριστος
palideció
παθητική μετοχή
palidecido
Παραδείγματα
Ella palideció al escuchar la noticia del accidente. 

Έγινε χλωμή όταν άκουσε τα νέα για το ατύχημα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store