Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
palidecer
01
χλομιάζω, ωχριώ
ponerse pálido generalmente por miedo sorpresa enfermedad o preocupación
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
palidezco
γ΄ ενικό πρόσωπο
palidece
ενεστώτα μετοχή
palideciendo
απλός αόριστος
palideció
παθητική μετοχή
palidecido
Παραδείγματα
Ella palideció al escuchar la noticia del accidente.
Έγινε χλωμή όταν άκουσε τα νέα για το ατύχημα.
LanGeek



























