Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El manitas
01
τεχνίτης, επισκευαστής
una persona habilidosa que realiza pequeñas reparaciones y trabajos de mantenimiento en el hogar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
manitas
Παραδείγματα
El manitas arregló la puerta que no cerraba bien.
Ο εργολάβος επισκεύασε την πόρτα που δεν έκλεινε καλά.



























