la mansión
man
man
man
sión
ˈsjon
syon
camarónescalóngorriónopinión

Ορισμός και σημασία του "mansión"στα ισπανικά

01

αρχοντικό, έπαυλη

casa muy grande y lujosa 
la mansión definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
mansiones
Παραδείγματα
Compraron una mansión en las afueras de la ciudad. 

Αγόρασαν ένα αρχοντικό στα προάστια της πόλης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store