Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
manifestar
01
εκφράζω, δηλώνω
expresar públicamente ideas, opiniones, sentimientos o protestas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
manifiesto
γ΄ ενικό πρόσωπο
manifiesta
ενεστώτα μετοχή
manifestando
απλός αόριστος
manifestó
παθητική μετοχή
manifestado
Παραδείγματα
Se manifestó en contra de la violencia y la discriminación.
Διαδήλωσε κατά της βίας και της διάκρισης.



























