samplear
samp
ˈsamp
samp
lear
leaɾ
lear
sampler

Ορισμός και σημασία του "samplear"στα ισπανικά

samplear
01

δειγματοληπτώ, samplar

tomar un fragmento de una grabación de audio para usarlo en una nueva composición 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
sampleo
γ΄ ενικό πρόσωπο
samplea
ενεστώτα μετοχή
sampleando
απλός αόριστος
sampleó
παθητική μετοχή
sampleado
Παραδείγματα
El productor samplea un bajo de un disco de funk antiguo. 

Ο παραγωγός δειγματοληπτεί μια γραμμή μπάσου από ένα παλιό funk δίσκο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store