Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sancionar
01
επιβάλλω κυρώσεις, τιμωρώ
imponer una medida penal o disciplinaria por una violación de la ley o una norma
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
sanciono
γ΄ ενικό πρόσωπο
sanciona
ενεστώτα μετοχή
sancionando
απλός αόριστος
sancionó
παθητική μετοχή
sancionado
Παραδείγματα
El reglamento sanciona claramente el uso de violencia.
Ο κανονισμός επιβάλλει κυρώσεις σαφώς για τη χρήση βίας.



























