Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
samplear
01
δειγματοληπτώ, samplar
tomar un fragmento de una grabación de audio para usarlo en una nueva composición
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
sampleo
γ΄ ενικό πρόσωπο
samplea
ενεστώτα μετοχή
sampleando
απλός αόριστος
sampleó
παθητική μετοχή
sampleado
Παραδείγματα
El DJ sampleó un solo de saxofón y lo convirtió en el coro.
Ο DJ δειγματοληπτούσε ένα σόλο σαξόφωνου και το μετέτρεψε σε ρεφρέν.



























