Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El arreglo
01
διασκευή, προσαρμογή
una adaptación de una pieza musical para una instrumentación o estilo específico
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
arreglos
Παραδείγματα
El arreglo para cuarteto de cuerdas sonaba maravilloso.
Η διασκευή για κουαρτέτο εγχόρδων ακουγόταν υπέροχα.



























