Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
destripar
01
εξαγώγιση εντέρων, αφαίρεση εντέρων
abrir el vientle de un animal para sacar las tripas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
destripo
γ΄ ενικό πρόσωπο
destripa
ενεστώτα μετοχή
destripando
απλός αόριστος
destripó
παθητική μετοχή
destripado
Παραδείγματα
Destripó la sardina con un movimiento rápido del cuchillo.
Έβγαλε τα εντόσθια της σαρδέλας με μια γρήγορη κίνηση του μαχαιριού.



























