destruir

Ορισμός και σημασία του "destruir"στα ισπανικά

destruir
01

καταστρέφω, αφανίζω

causar daño completo a algo hasta que deje de existir
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
destruyo
γ΄ ενικό πρόσωπο
destruye
ενεστώτα μετοχή
destruyendo
απλός αόριστος
destruyó
παθητική μετοχή
destruido
Παραδείγματα
El fuego destruyó todo el bosque.
Η φωτιά κατέστρεψε ολόκληρο το δάσος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store