destruir
dest
ˈdest
dest
ruir
ɾwiɾ
rvir
desteñirdestituir

Ορισμός και σημασία του "destruir"στα ισπανικά

destruir
01

καταστρέφω, αφανίζω

causar daño completo a algo hasta que deje de existir 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
destruyo
γ΄ ενικό πρόσωπο
destruye
ενεστώτα μετοχή
destruyendo
απλός αόριστος
destruyó
παθητική μετοχή
destruido
Παραδείγματα
El terremoto destruyó muchas casas. 

Ο σεισμός κατέστρεψε πολλά σπίτια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store