la destreza
dest
dest
dest
re
ˈɾe
re
za
θa
tha
tristezalimpiezariquezafortaleza

Ορισμός και σημασία του "destreza"στα ισπανικά

01

δεξιότητα, επιδεξιότητα

capacidad o habilidad para realizar algo con eficacia 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Su destreza en el ajedrez es impresionante. 

Η δεξιοτεχνία του στο σκάκι είναι εντυπωσιακή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store