Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La destreza
01
δεξιότητα, επιδεξιότητα
capacidad o habilidad para realizar algo con eficacia
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Su destreza en el ajedrez es impresionante.
Η δεξιοτεχνία του στο σκάκι είναι εντυπωσιακή.



























