recaer
re
re
re
caer
ˈkaeɾ
kaer
bannerplacertallercorrer

Ορισμός και σημασία του "recaer"στα ισπανικά

recaer
01

υποτροπιάζω, επιστρέφω (η ασθένεια)

volver a caer enfermo o tener síntomas después de un período de mejoría 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
recaigo
γ΄ ενικό πρόσωπο
recaé
ενεστώτα μετοχή
recaendo
απλός αόριστος
recayó
παθητική μετοχή
recaído
Παραδείγματα
Temía recaer en su depresión durante el invierno. 

Φοβόταν να επανεμφανιστεί η κατάθλιψή της το χειμώνα.

02

ανατίθεται, πέφτει

corresponder o pasar una responsabilidad, autoridad o derecho a una persona o entidad 
Παραδείγματα
La autoridad para firmar el contrato recae en el alcalde. 

Η εξουσία να υπογράψει τη σύμβαση ανήκει στον δήμαρχο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store