Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
recaer
01
υποτροπιάζω, επιστρέφω (η ασθένεια)
volver a caer enfermo o tener síntomas después de un período de mejoría
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
recaigo
γ΄ ενικό πρόσωπο
recaé
ενεστώτα μετοχή
recaendo
απλός αόριστος
recayó
παθητική μετοχή
recaído
Παραδείγματα
Llevaba seis meses sobrio, pero desgraciadamente recayó.
Ήταν νηφάλιος για έξι μήνες, αλλά δυστυχώς υπέστη υποτροπή.
02
ανατίθεται, πέφτει
corresponder o pasar una responsabilidad, autoridad o derecho a una persona o entidad
Παραδείγματα
La culpa no recae sobre los empleados, sino sobre la gerencia.
Η ευθύνη δεν πέφτει στους υπαλλήλους, αλλά στη διοίκηση.



























