Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
recaer
01
υποτροπιάζω, επιστρέφω (η ασθένεια)
volver a caer enfermo o tener síntomas después de un período de mejoría
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
recaigo
γ΄ ενικό πρόσωπο
recaé
ενεστώτα μετοχή
recaendo
απλός αόριστος
recayó
παθητική μετοχή
recaído
Παραδείγματα
Temía recaer en su depresión durante el invierno.
Φοβόταν να επανεμφανιστεί η κατάθλιψή της το χειμώνα.
02
ανατίθεται, πέφτει
corresponder o pasar una responsabilidad, autoridad o derecho a una persona o entidad
Παραδείγματα
La autoridad para firmar el contrato recae en el alcalde.
Η εξουσία να υπογράψει τη σύμβαση ανήκει στον δήμαρχο.



























