Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rebelar
01
επαναστατώ, εξεγείρομαι
levantarse o sublevarse contra una autoridad o un orden establecido
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
rebelo
γ΄ ενικό πρόσωπο
rebela
ενεστώτα μετοχή
rebelando
απλός αόριστος
rebeló
παθητική μετοχή
rebelado
Παραδείγματα
Es difícil rebelarse cuando el sistema de control es total.
Είναι δύσκολο να επαναστατήσεις όταν το σύστημα ελέγχου είναι ολοκληρωτικό.



























