Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rebelar
01
επαναστατώ, εξεγείρομαι
levantarse o sublevarse contra una autoridad o un orden establecido
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
rebelo
γ΄ ενικό πρόσωπο
rebela
ενεστώτα μετοχή
rebelando
απλός αόριστος
rebeló
παθητική μετοχή
rebelado
Παραδείγματα
El pueblo se rebeló contra el impuesto injusto del rey.
Ο λαός εξεγέρθηκε ενάντια στον άδικο φόρο του βασιλιά.



























