recargar
Pronunciation
/rˌekaɾɣˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "recargar"στα ισπανικά

recargar
01

επανεφοδιάζω

volver a llenar un recipiente o dispositivo que se ha vaciado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
recargo
γ΄ ενικό πρόσωπο
recarga
ενεστώτα μετοχή
recargando
απλός αόριστος
recargó
παθητική μετοχή
recargado
Παραδείγματα
Voy a recargar la botella de agua en la fuente.
Πάω να γεμίσω ξανά το μπουκάλι νερό στο σιντριβάνι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store