Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
recargar
01
επανεφοδιάζω
volver a llenar un recipiente o dispositivo que se ha vaciado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
recargo
γ΄ ενικό πρόσωπο
recarga
ενεστώτα μετοχή
recargando
απλός αόριστος
recargó
παθητική μετοχή
recargado
Παραδείγματα
¿Puedes recargar mi vaso de agua, por favor?
Μπορείς να γεμίσεις το ποτήρι νερό μου, παρακαλώ;



























