Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rasguear
01
τσιμπώ, παίζω
tocar las cuerdas de un instrumento pasando los dedos o la púa rápidamente
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
rasgueo
γ΄ ενικό πρόσωπο
rasguea
ενεστώτα μετοχή
rasgueando
απλός αόριστος
rasgueó
παθητική μετοχή
rasgueado
Παραδείγματα
Los niños practican rasguear acordes básicos.
Τα παιδιά εξασκούνται στο rasgueo βασικών χορδών.



























