rasguear
Pronunciation
/rˌasɣeˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "rasguear"στα ισπανικά

rasguear
01

τσιμπώ, παίζω

tocar las cuerdas de un instrumento pasando los dedos o la púa rápidamente
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
rasgueo
γ΄ ενικό πρόσωπο
rasguea
ενεστώτα μετοχή
rasgueando
απλός αόριστος
rasgueó
παθητική μετοχή
rasgueado
Παραδείγματα
Los niños practican rasguear acordes básicos.
Τα παιδιά εξασκούνται στο rasgueo βασικών χορδών.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store