Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
osar
01
τολμώ, αποτολμώ
atreverse a hacer algo, especialmente si implica riesgo o desafío
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
oso
γ΄ ενικό πρόσωπο
osa
ενεστώτα μετοχή
osando
απλός αόριστος
osó
παθητική μετοχή
osado
Παραδείγματα
¿Quién se atreve a osar desafiar las reglas?
Ποιος τολμά να προκαλέσει τους κανόνες ;



























