osar
o
o
o
sar
ˈsaɾ
sar
usaramarazarpiar

Ορισμός και σημασία του "osar"στα ισπανικά

01

τολμώ, αποτολμώ

atreverse a hacer algo, especialmente si implica riesgo o desafío 
osar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
oso
γ΄ ενικό πρόσωπο
osa
ενεστώτα μετοχή
osando
απλός αόριστος
osó
παθητική μετοχή
osado
Παραδείγματα
¿Quién se atreve a osar desafiar las reglas? 

Ποιος τολμά να προκαλέσει τους κανόνες ;

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store